παραπομπή
ουσιαστικό1. Σημείωση ή ένδειξη σε κείμενο που παραπέμπει σε άλλη πηγή, σημείωση ή θέση για παροχή περαιτέρω πληροφοριών ή τεκμηρίωσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παραπομπή στο βιβλίο βρίσκεται στο τέλος του κεφαλαίου.
- Ο εισαγγελέας αποφάσισε την παραπομπή του κατηγορουμένου στο δικαστήριο.
- Ο γιατρός έδωσε παραπομπή για εξέταση σε ειδικό.
- Η παραπομπή στο υποσέλιδο αναφέρει την πρωτότυπη μελέτη.
- Στο έγγραφο πρόσθεσα παραπομπή σε προηγούμενη έκθεση για περισσότερες λεπτομέρειες.