διαβεβαίωση
ουσιαστικό1. Δήλωση που παρέχει βεβαιότητα για την αλήθεια, την ακρίβεια ή την εγκυρότητα κάποιου γεγονότος, ισχυρισμού ή πρόθεσης.
Συνώνυμα
βεβαίωση επιβεβαίωση εγγύηση υπόσχεση πιστοποίηση βεβαιωτικό διαβεβαιωτικό διαβεβαιωτήριο μαρτυρία δήλωση όρκος βεβαιότητα διασφάλιση εξασφάλιση σιγουριά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μου έδωσε την διαβεβαίωση ότι θα επιστρέψει μέχρι το βράδυ.
- Η εταιρεία απέστειλε γραπτή διαβεβαίωση για την ποιότητα του προϊόντος.
- Ο υπουργός έδωσε διαβεβαίωση ότι θα τηρήσει τις υποσχέσεις του.
- Η διαβεβαίωση προς τους πελάτες ότι τα δεδομένα τους είναι ασφαλή είναι προτεραιότητα.
- Χρειάζομαι γραπτή διαβεβαίωση από το νοσοκομείο σχετικά με τη θεραπεία.