παράδοση

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή διαδικασία παράδοσης αντικειμένου, εγγράφου ή προσώπου από έναν φορέα σε άλλον, περιλαμβάνοντας τη μεταβίβαση της κατοχής, της ευθύνης ή του ελέγχου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παράδοση των δώρων θα γίνει το βράδυ.
  • Η παράδοση της εξουσίας στον νέο πρωθυπουργό ήταν επίσημη.
  • Η παράδοση των ηθών και των εθίμων διατηρείται στα νησιά.
  • Η παράδοση του πακέτου καθυστέρησε λόγω κακοκαιρίας.
  • Κατά την παράδοση του μαθήματος, ο καθηγητής παρουσιάζει το νέο κεφάλαιο.