ακρόαση

ουσιαστικό

1. Η ενέργεια ή διαδικασία του να ακούει κανείς ήχους, ομιλίες ή μουσική με προσοχή, είτε για απόλαυση είτε για κατανόηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ακρόαση για τον νέο ρόλο θα γίνει στο θέατρο την Παρασκευή.
  • Η δικαστική ακρόαση διήρκεσε τρεις ώρες.
  • Η ακρόαση του ραδιοφωνικού προγράμματος αυξήθηκε μετά τη νέα εκπομπή.
  • Ο καρδιολόγος έκανε ακρόαση της καρδιάς και των πνευμόνων του ασθενούς.
  • Ο παραγωγός έκανε ακρόαση των demo πριν υπογράψει τη σύμβαση.