αποκλεισμός
ουσιαστικό1. Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα της απομάκρυνσης, της άρνησης εισόδου ή της μη αποδοχής ενός ατόμου, μιας ομάδας ή ενός αντικειμένου σε μια δραστηριότητα, χώρο ή συλλογικότητα, με συνέπεια την απομόνωσή του από τους υπόλοιπους.
Συνώνυμα
εμπόδιο απόφραξη μπλοκ παραγκωνισμός περιθωριοποίηση αποβολή απομόνωση μπλόκο μπλοκάρισμα φραγή αποκοπή απομάκρυνση διαγραφή αποπομπή αφαίρεση ανακοπή αποξένωση απόρριψη διάκριση κατάληψη κώλυμα παρεμπόδιση περιορισμός φραγμός αναχαίτιση απαγορευτικό απόκρουση αφορισμός εμπόδιση παρακώλυση πρόσκομμα απαγόρευση κλείσιμο διακοπή στέρηση αποστέρηση φράγμα εγκλεισμός εξορία καραντίνα αγνόηση
Αντώνυμα
ένταξη συμπερίληψη συμμετοχή πρόσβαση ανάδειξη απεμπλοκή δίοδος διάβαση διέλευση πρόσκληση πέρασμα σκανδάλη πόρος κάλεσμα αφομοίωση πάσο ενσωμάτωση αποδοχή άνοιγμα εισαγωγή επανένταξη ανταλλαγή δίαυλος διάδοση διαβίβαση εξυπηρέτηση παράθεση παραθυράκι παροχή προώθηση συναναστροφή χορήγηση πύλη κοινωνία θέα υποστήριξη δικαίωμα πρωτάθλημα κυκλοφορία συντροφιά δυνατότητα κανάλι διέξοδος γύρος απεγκλωβισμός διάνοιξη διαβούλευση εξάπλωση ισότητα μοιρασιά νομιμοποίηση παραπομπή προσέλκυση προσβασιμότητα συνύπαρξη άδεια ανίχνευση παρέα πιθανότητα οδός μονοπάτι λέσχη συνεργασία έκδοση έγκριση φεστιβάλ μετάδοση διασταύρωση ελευθεροποίηση σάρωση
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αποκλεισμός του ποδοσφαιριστή από το πρωτάθλημα ήταν αναπόφευκτος μετά το σοβαρό φάουλ.
- Ο αποκλεισμός του χωριού λόγω χιονιού εμπόδισε την πρόσβαση των ασθενοφόρων.
- Ζήτησαν τον αποκλεισμό της υποψηφιότητας επειδή υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων.
- Ο αποκλεισμός των χρηστών από την πλατφόρμα έγινε μετά από παραβιάσεις των όρων χρήσης.
- Ο αποκλεισμός της τράπεζας από διεθνείς συναλλαγές προκάλεσε σοβαρά οικονομικά προβλήματα.