αποκλεισμός

ουσιαστικό

1. Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα της απομάκρυνσης, της άρνησης εισόδου ή της μη αποδοχής ενός ατόμου, μιας ομάδας ή ενός αντικειμένου σε μια δραστηριότητα, χώρο ή συλλογικότητα, με συνέπεια την απομόνωσή του από τους υπόλοιπους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αποκλεισμός του ποδοσφαιριστή από το πρωτάθλημα ήταν αναπόφευκτος μετά το σοβαρό φάουλ.
  • Ο αποκλεισμός του χωριού λόγω χιονιού εμπόδισε την πρόσβαση των ασθενοφόρων.
  • Ζήτησαν τον αποκλεισμό της υποψηφιότητας επειδή υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων.
  • Ο αποκλεισμός των χρηστών από την πλατφόρμα έγινε μετά από παραβιάσεις των όρων χρήσης.
  • Ο αποκλεισμός της τράπεζας από διεθνείς συναλλαγές προκάλεσε σοβαρά οικονομικά προβλήματα.