διέξοδος
ουσιαστικό1. Άνοιγμα, πέρασμα ή κατασκευή που επιτρέπει την έξοδο από έναν κλειστό χώρο ή την πρόσβαση εκτός αυτού.
2. Οδός ή διαδρομή που οδηγεί εκτός μιας περιοχής, παρέχοντας τρόπο απομάκρυνσης ή διαφυγής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διέξοδος κινδύνου είναι σημειωμένη με φωτεινό σήμα.
- Η διέξοδος από το οικονομικό αδιέξοδο φάνηκε δύσκολη.
- Η δημιουργική εργασία ήταν για εκείνη διέξοδος από το άγχος.
- Η νέα εμπορική διέξοδος άνοιξε αγορές για τα τοπικά προϊόντα.
- Μια διπλωματική διέξοδος προτάθηκε για την επίλυση της κρίσης.