παράθεση
ουσιαστικό1. Πράξη ή αποτέλεσμα απόδοσης τμήματος λόγου ή κειμένου αυτούσιου, συχνά με χρήση εισαγωγικών, ώστε να τεκμηριωθεί ή να αποδοθεί ακριβές περιεχόμενο από πηγή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παράθεση πηγών στο άρθρο ήταν σχολαστική.
- Στη συζήτηση προκλήθηκε έντονη παράθεση απόψεων.
- Ο συγγραφέας προχώρησε σε παράθεση αποσπασμάτων από το αρχαίο κείμενο.
- Η παράθεση δυνάμεων κοντά στα σύνορα ανησύχησε την κυβέρνηση.
- Για την έκθεση απαιτείται παράθεση στοιχείων και παραδειγμάτων.