παρέα

ουσιαστικό

1. Ομάδα ατόμων που συναντιούνται ή συναναστρέφονται τακτικά και περνούν χρόνο μαζί, μοιράζονται δραστηριότητες ή συζητήσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ήρθαμε παρέα στο πάρτι.
  • Η παρέα μας ήταν γεμάτη γέλια όλη τη νύχτα.
  • Θέλω λίγη παρέα όταν διαβάζω.
  • Κάνω παρέα με τη Μαρία από το σχολείο.
  • Μια καλή παρέα μπορεί να αλλάξει τη διάθεσή σου.