ισότητα
ουσιαστικόΚατάσταση ή αρχή σύμφωνα με την οποία πρόσωπα, ομάδες ή πράγματα έχουν την ίδια αξία, δικαιώματα, ευκαιρίες και μεταχείριση χωρίς διακρίσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ανισότητα διάκριση αδικία εκμετάλλευση ανισοτιμία διαφορά αποκλεισμός υπεροχή ανωτερότητα κατωτερότητα ιεραρχία προνόμιο δεσποτεία ετερότητα ηγεμονία ανισορροπία πρωτοκαθεδρία
Παραδείγματα χρήσης
- Η ισότητα όλων των πολιτών απέναντι στον νόμο είναι θεμελιώδης αρχή της δημοκρατίας.
- Η πραγματική ισότητα των φύλων απαιτεί ίσες ευκαιρίες στην εργασία και στην εκπαίδευση.
- Στα μαθηματικά, η εξίσωση δείχνει την ισότητα δύο παραστάσεων.
- Ο νέος νόμος προωθεί την ισότητα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις.
- Για εκείνη, η ισότητα δεν είναι μόνο ιδέα, αλλά καθημερινός αγώνας.
- Η κοινωνική ισότητα παραμένει ζητούμενο σε πολλές χώρες.