διάνοιξη

ουσιαστικό

1. Δημιουργία ανοίγματος ή διαύλου σε έδαφος, βράχο, κατασκευή ή χώρο με σκοπό τη διέλευση, την αποχέτευση, την τοποθέτηση υποδομών ή την πρόσβαση.

2. Το άνοιγμα ή το κανάλι που προκύπτει από αυτή τη διαδικασία, όπως τάφρος, σήραγγα ή τεχνητός αγωγός.

Συνώνυμα

άνοιγμα διάνοιγμα εκσκαφή σκάψιμο διόρυξη διάτρηση τομή πέρασμα διάβαση διέξοδος διεύρυνση τρύπημα διέλευση αποσφράγιση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διάνοιξη του νέου οδικού άξονα θα μειώσει την κίνηση.
  • Οι εργασίες για τη διάνοιξη του τούνελ προχωρούν με ταχείς ρυθμούς.
  • Απαιτείται άδεια για τη διάνοιξη νέων ορυγμάτων στο λατομείο.
  • Η διάνοιξη ενός αποστραγγιστικού καναλιού διευκόλυνε τη γεωργία στο χωράφι.
  • Η διάνοιξη νέων προσεγγίσεων στην έρευνα άνοιξε δρόμους για συνεργασίες.