αποθησαυρίζω
ρήμα1. Συγκεντρώνω και φυλάσσω συστηματικά χρήματα, πολύτιμα αντικείμενα ή αγαθά, συχνά για μελλοντική χρήση ή ως αποθεματικό.
2. Μεταφορικά, συσσωρεύω ή διατηρώ για μελλοντική αξιοποίηση ιδέες, πληροφορίες ή συναισθήματα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στον καιρό της κρίσης, αποθησαυρίζω χρήματα για να νιώθω ασφαλής.
- Σε καιρούς ανασφάλειας, αποθησαυρίζω τρόφιμα και φάρμακα στο σπίτι.
- Στο υπόγειο, αποθησαυρίζω παλιά βιβλία και οικογενειακά κειμήλια.
- Για την έρευνά μου, αποθησαυρίζω πληροφορίες και ντοκουμέντα από διάφορες πηγές.
- Με την πάροδο των χρόνων, αποθησαυρίζω αναμνήσεις και εμπειρίες που με διαμόρφωσαν.