μασκάρω
ρήμα1. Τοποθετώ ή φορώ μάσκα στο πρόσωπο ή σε μέρος του σώματος για προστασία, μεταμφίεση ή θεατρικό/τελετουργικό σκοπό.
2. Καλύπτω ή αποκρύπτω την πραγματική ταυτότητα, όψη ή έκφραση ώστε να μην αναγνωρίζομαι ή ώστε να εμφανίζομαι διαφορετικός.
Συνώνυμα
μασκαρεύω μεταμφιέζω καμουφλάρω κουκουλώνω αποκρύπτω κρύβω καλύπτω προσποιούμαι παραποιώ εξωραΐζω αποκρύβω κρύπτω παραπλανώ θολώνω συσκοτίζω πλαστογραφώ παριστάνω ξεγελάω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο καρναβάλι μασκάρω κάθε χρόνο με μια περίεργη στολή.
- Για την αποστολή μασκάρω το όχημα με ειδική βαφή ώστε να μην ξεχωρίζει.
- Για να μην με αναγνωρίσουν, μασκάρω τη φωνή μου όταν τηλεφωνώ.
- Προσπαθώ να μασκάρω τη θλίψη μου με ένα ψεύτικο χαμόγελο.
- Πριν τη φωτογράφιση μασκάρω τα σπυράκια με κονσίλερ.