παριστάνω

ρήμα

1. Αναλαμβάνω και αποδίδω έναν χαρακτήρα ή ρόλο, ενεργώντας, μιλώντας και συμπεριφερόμενος σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά και τις απαιτήσεις της παράστασης ή της σκηνικής/οθονικής εμφάνισης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο πίνακας παριστάνει ένα ήσυχο τοπίο με βουνά.
  • Η ηθοποιός παριστάνει την Ελένη στην παράσταση.
  • Μην παριστάνεις ότι δεν θυμάσαι — όλα έγιναν χτες.
  • Ο πρέσβης παριστάνει τη χώρα του στο διεθνές συνέδριο.
  • Στο έμβλημα το λιοντάρι παριστάνει τη δύναμη και το θάρρος.