σαρώνω

ρήμα

1. Καθαρίζω επιφάνειες ή χώρους απομακρύνοντας σκόνη και βρωμιά με κινήσεις που μετακινούν τα υπολείμματα προς ένα σημείο ή έξω από τον χώρο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε πρωί σαρώνω το σαλόνι πριν ανοίξω τα παράθυρα.
  • Ο τυφώνας σάρωσε την παράκτια πόλη πέρυσι.
  • Στην είσοδο σάρωσα την κάρτα για να περάσω.
  • Τον σάρωσα με το βλέμμα για να τον εντοπίσω μέσα στο πλήθος.
  • Στις εκλογές η παράταξη σάρωσε, κερδίζοντας όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα.