καταχωνιάζω
ρήμα1. Βάζω ή κρύβω κάτι μέσα, ανάμεσα ή κάτω από άλλα αντικείμενα, σε στενό ή δυσπρόσιτο χώρο, συνήθ. για να το φυλάξω ή να το αποκρύψω.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε χειμώνα καταχωνιάζω τα καλοκαιρινά παπούτσια στην αποθήκη.
- Όταν έχω χρήματα, προτιμώ να καταχωνιάζω μερικά για έκτακτες ανάγκες.
- Για να μην υποφέρω, πολλές φορές καταχωνιάζω τις αναμνήσεις που με πονάνε.
- Στο τέλος της σεζόν καταχωνιάζω τα παιχνίδια των παιδιών στο πατάρι.
- Κατά τη διάρκεια της κρίσης καταχωνιάζω τρόφιμα και κονσέρβες στο υπόγειο.