ξεκαθαρίζω
ρήμα1. Κάνω κάτι σαφές και κατανοητό, απομακρύνοντας ασάφειες, παρανοήσεις ή αμφιβολίες σχετικά με πληροφορίες, δηλώσεις ή καταστάσεις.
2. Τακτοποιώ ή διευθετώ εκκρεμότητες και διαφορές ώστε να μην υπάρχουν ανοιχτά ζητήματα ή αμφισβητήσεις.
Συνώνυμα
διευκρινίζω αποσαφηνίζω διασαφηνίζω σαφηνίζω εξηγώ διαλευκαίνω ξεδιαλύνω ξεμπερδεύω ξεσκαρτάρω φωτίζω ξεσκεπάζω εκκαθαρίζω προσδιορίζω συμμαζεύω διαφωτίζω επεξηγώ κατασταλάζω ξεμπλέκω τοποθετούμαι καθαρίζω τακτοποιώ επιλύω λύνω ξεπληρώνω κατατοπίζω κηρύσσω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη συνάντηση ξεκαθαρίζω τις λεπτομέρειες του προγράμματος.
- Κάθε τέλος μήνα ξεκαθαρίζω τους λογαριασμούς και τα έξοδα.
- Πριν την παράδοση, ξεκαθαρίζω το γραφείο από παλιά έγγραφα.
- Μετά το περιστατικό, ξεκαθαρίζω τη θέση μου στους συναδέλφους.
- Στην ομάδα, συχνά ξεκαθαρίζω ποιος έχει την ευθύνη για κάθε εργασία.