ξεμπροστιάζω
ρήμα1. Φέρνω στη δημόσια θέα πράξεις, λόγια ή στοιχεία που κάποιος επιδίωξε να κρύψει, με αποτέλεσμα να εκτεθεί ή να ντραπεί.
Συνώνυμα
ξεσκεπάζω εκθέτω διαπομπεύω αποκαλύπτω ξεβρακώνω καρφώνω ξεγυμνώνω φανερώνω ξεφτιλίζω εξευτελίζω καταγγέλλω αναδεικνύω αντικρούω
Αντώνυμα
συγκαλύπτω καλύπτω κρύβω αποσιωπώ σκεπάζω αποκρύβω εξαπατώ παραμυθιάζω υποδύομαι προστατεύω υπερασπίζω εξωραΐζω ωραιοποιώ
Παραδείγματα χρήσης
- Στην εκπομπή, ξεμπροστιάζω τους πολιτικούς που κρύβουν την αλήθεια.
- Όταν ανακαλύπτω απάτη στην εταιρεία, ξεμπροστιάζω τον υπεύθυνο μπροστά στους συναδέλφους.
- Μη με προκαλείς — θα ξεμπροστιάζω όποιον προσπαθεί να με κοροϊδέψει.
- Με τα αποδεικτικά στοιχεία στο τραπέζι, ξεμπροστιάζω όσους ισχυρίζονται ψέματα.
- Δεν θέλω να ξεμπροστιάζω δημόσια ένα παιδί για ένα λάθος, προτιμώ να το συζητήσω ιδιαιτέρως.