ασφάλιση

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή πράξη με την οποία μεταβιβάζεται ή καλύπτεται οικονομικός κίνδυνος έναντι αμοιβής βάσει συμφωνίας, ώστε να παρέχεται αποζημίωση ή προστασία από ζημιές, απώλειες ή ευθύνες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ασφάλιση αυτοκινήτου είναι υποχρεωτική.
  • Έκανα ασφάλιση ταξιδιού για να καλύψω ακυρώσεις και ιατρικά έξοδα.
  • Η ασφάλιση των προσωπικών δεδομένων προστατεύει τους πελάτες.
  • Η εταιρεία προσφέρει ασφάλιση υγείας σε όλους τους εργαζομένους.
  • Η σωστή ασφάλιση του εξοπλισμού μειώνει τον κίνδυνο ατυχημάτων.