κίνδυνος

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή συνθήκη που ενέχει πιθανότητα πρόκλησης βλάβης, απώλειας ή αρνητικής συνέπειας για πρόσωπα, περιουσία, υγεία ή το περιβάλλον.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κίνδυνος από τη φωτιά ήταν μεγάλος.
  • Υπάρχει κίνδυνος διαρροής προσωπικών δεδομένων.
  • Το κάπνισμα αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών παθήσεων.
  • Οι κίνδυνοι για το περιβάλλον πολλαπλασιάζονται με τη ρύπανση.
  • Η επένδυση ενέχει κίνδυνο απώλειας κεφαλαίου.