επιβουλή

ουσιαστικό

Προσχεδιασμένη προσπάθεια ή πρόθεση να βλάψει, να υπονομεύσει, να καταλάβει ή να αποστερήσει κάποιον από ιδιοκτησία, εξουσία ή προνόμια, συχνά με ύπουλο ή δόλιο τρόπο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο βασιλιάς ανακάλυψε μια μυστική επιβουλή εναντίον του.
  • Οι κάτοικοι του χωριού ανησυχούσαν για τις επιβουλές των γειτονικών χωρών.
  • Κατήγγειλε την επιβουλή των κληρονόμων στην περιουσία του.
  • Η εταιρεία παραπονέθηκε για εμπορικές επιβουλές που της έβλαψαν τη φήμη.
  • Ένιωσε την επιβουλή του χρόνου στη σωματική του αντοχή.
  • Η αστυνομία αποκάλυψε τις επιβουλές που οδήγησαν στο αποτυχημένο πραξικόπημα.