βόμβα
ουσιαστικό1. Συσκευή ή μηχανισμός που περιέχει εκρηκτικό υλικό ή άλλο επικίνδυνο φορτίο και προορίζεται να προκαλέσει έκρηξη, ζημιά ή καταστροφή όταν ενεργοποιηθεί.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η βόμβα εξερράγη στην απομακρυσμένη περιοχή.
- Οι πυροτεχνουργοί εξουδετέρωσαν τη βόμβα πριν προκαλέσει ζημιές.
- Η αποκάλυψη ήταν βόμβα για την κυβέρνηση.
- Ο πολιτικός έριξε βόμβα με τις αποκαλύψεις του στο συνέδριο.
- Το νέο άλμπουμ είναι βόμβα, ακούγεται σε όλη την πόλη.