κλειδαριά

ουσιαστικό

Συσκευή ή μηχανισμός που τοποθετείται σε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια ή κιβώτια για να τα ασφαλίζει και να εμποδίζει το ανεπιθύμητο άνοιγμα, λειτουργώντας με κλειδί, συνδυασμό ή άλλο μηχανισμό απασφάλισης.

Συνώνυμα

ασφάλεια κλειδούρα κλείστρο μάνταλο μπουλόνι κλείδωμα ασφάλισμα ασφαλιστήρας λοκ

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κλειδαριά της πόρτας δεν κλειδώνει καλά.
  • Προσπάθησα να ανοίξω αλλά η κλειδαριά είχε κολλήσει.
  • Άλλαξα την κλειδαριά μετά τη διάρρηξη.
  • Η σιωπή του ήταν σαν κλειδαριά που κρατούσε τα μυστικά του.
  • Οι κλειδαριές της πολυκατοικίας είναι ηλεκτρονικές και ανοίγουν με κάρτα.