άσυλο
ουσιαστικό1. Χώρος ή εγκατάσταση που παρέχει καταφύγιο, προστασία και προσωρινή στέγαση σε άτομα που διώκονται, κινδυνεύουν ή χρειάζονται βοήθεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ζήτησαν άσυλο στη χώρα μας μετά την αναταραχή στην πατρίδα τους.
- Το πανεπιστημιακό άσυλο απαγορεύει την είσοδο της αστυνομίας χωρίς άδεια.
- Η εκκλησία προσέφερε άσυλο στους διωκόμενους μέχρι να βρουν ασφαλή διέξοδο.
- Το παλιό ψυχιατρείο είχε λειτουργήσει κάποτε ως άσυλο για ασθενείς με χρόνιες διαταραχές.
- Το άσυλο αδέσποτων ζώων περιθάλπει τραυματισμένα σκυλιά και γάτες.