προσβολή
ουσιαστικό1. Προφορική, γραπτή ή διαπροσωπική ενέργεια που θίγει, υποτιμά ή μειώνει την αξιοπρέπεια, την τιμή ή τα δικαιώματα ενός προσώπου.
2. Φυσική ή βίαιη ενέργεια που κατευθύνεται εναντίον προσώπου, ομάδας ή πράγματος με αποτέλεσμα βλάβη ή ταπείνωση.
Συνώνυμα
επίθεση υβρισμός ύβρις μόλυνση λοιμώξη βρισιά νόσηση παραβίαση πλήγμα βλάβη χτύπημα συκοφαντία παρενόχληση κακοποίηση εισβολή τραύμα μολυσμός ταπείνωση ζημιά αγένεια έφοδος αδικία ασέβεια εξευτελισμός πρόκληση απρέπεια επέλαση εφόρμηση λοίμωξη παράβαση πληγή επιδρομή επιβουλή επίπληξη ατιμία άλωση νόσημα κατάκριση πληγμή βολή διασυρμός αρρώστια κακομεταχείριση προκλητικότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Νιώθει μεγάλη προσβολή από τα λόγια του συναδέλφου.
- Η προσβολή από τον ιό απαιτεί άμεση ιατρική παρακολούθηση.
- Η προσβολή των δέντρων από μύκητα προκάλεσε πτώση των φύλλων.
- Η προσβολή του δικτύου έγινε μέσω τρωτού σημείου στο λογισμικό.
- Η προσβολή των θέσεων του εχθρού έγινε υπό το πέπλο της νύχτας.