προστασία
ουσιαστικό1. Κατάσταση στην οποία ένα πρόσωπο, αντικείμενο ή σύστημα διατηρείται προστατευμένο και απρόσβλητο από κίνδυνο, βλάβη ή ανεπιθύμητες επιπτώσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
έκθεση ευπάθεια κίνδυνος βόμβα επίθεση επιβουλή ξυλοδαρμός διωγμός εκμετάλλευση εκφοβισμός εξολόθρευση κακοποίηση φάκα απειλή ανασφάλεια παραμέληση εγκατάλειψη προσβολή όπλο δολοφονία παγίδα βία κυνήγι παραβίαση διάρρηξη παρενόχληση χειροβομβίδα εξάλειψη εξόντωση σφαγή φθορά διαπόμπευση διώξιμο ευαλωτότητα κακομεταχείριση ξεπούλημα πυροβόλο απογύμνωση ρίσκο δίωξη βέλος ιός επικινδυνότητα γελοιοποίηση επίπτωση κατάπτωση κτύπημα εκβιασμός
Παραδείγματα χρήσης
- Φοράμε κράνη για την προστασία του κεφαλιού όταν οδηγούμε ποδήλατο.
- Ο νόμος προσφέρει προστασία στα δικαιώματα των εργαζομένων.
- Η προστασία του περιβάλλοντος είναι ευθύνη όλων μας.
- Η εταιρεία λαμβάνει μέτρα για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
- Ο εμβολιασμός παρέχει προστασία απέναντι σε σοβαρές ασθένειες.