αστυνομία
ουσιαστικό1. Κρατικός οργανισμός και υπηρεσία με αρμοδιότητα τη διατήρηση της δημόσιας τάξης, την πρόληψη και διερεύνηση εγκλημάτων, την προστασία προσώπων και περιουσίας και την εφαρμογή των νόμων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αστυνομία περιπολεί τους δρόμους τις νύχτες.
- Κάλεσε την αστυνομία μόλις είδε το περιστατικό.
- Πήγε στην αστυνομία για να δηλώσει την κλοπή.
- Η αστυνομία συνέλαβε τον ύποπτο χθες το βράδυ.
- Η αστυνομία ανακοίνωσε τα αποτελέσματα της έρευνας.