υπεράσπιση

ουσιαστικό

1. Ενέργεια, μέσο ή μέθοδος με την οποία προστατεύεται πρόσωπο, ομάδα, ιδέα ή αντικείμενο από φυσική επίθεση, βλάβη ή κίνδυνο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η υπεράσπιση του κατηγορού παρουσίασε νέα στοιχεία.
  • Η υπεράσπιση της πατρίδας είναι καθήκον όλων.
  • Η υπεράσπιση της ομάδας κράτησε το μηδέν στον αγώνα.
  • Η υπεράσπιση της διπλωματικής εργασίας του θα γίνει αύριο.
  • Η υπεράσπιση της θέσης του στη συζήτηση ήταν πειστική.