τραυματισμός

ουσιαστικό

1. Βλάβη ή κάκωση σε ιστούς, όργανα ή στο σώμα γενικά, που προκαλείται από εξωτερική ή εσωτερική αιτία και συνήθως συνοδεύεται από πόνο, αιμορραγία ή μερική/ολική απώλεια λειτουργίας.

Συνώνυμα

τραύμα κάκωση τραυμάτιση πληγή μώλωπας κάταγμα διάστρεμμα θλάση έγκαυμα πλήγμα βλάβη εκδορά γρατζουνιά ξύσιμο σπάσιμο καρούμπαλο ζημιά κόψιμο αμυχή πάθηση χτύπημα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο τραυματισμός του ποδοσφαιριστή συνέβη στο γόνατο κατά τη διάρκεια του αγώνα.
  • Μετά τον τραυματισμό, χρειάστηκε χειρουργική επέμβαση και φυσιοθεραπεία.
  • Στην έκθεση αναφέρεται ότι ο τραυματισμός προκλήθηκε από πτώση στον χώρο εργασίας.
  • Ένας μικρός τραυματισμός δεν του στέρησε τη δυνατότητα να συνεχίσει τις προπονήσεις.
  • Η ασφαλιστική εταιρεία κάλυψε τα έξοδα του τραυματισμού μετά την αξιολόγηση των εγγράφων.