εμπιστοσύνη
ουσιαστικό1. Αίσθημα ή στάση απέναντι σε πρόσωπο, ομάδα, αντικείμενο ή ιδέα σύμφωνα με την οποία θεωρούνται αξιόπιστα, ειλικρινή ή ικανά και γι' αυτό στηρίζεται ή ανατίθεται κάτι σε αυτά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εμπιστοσύνη μεταξύ μας είναι αμοιβαία.
- Δεν έχω εμπιστοσύνη σε αυτόν μετά από όσα έγιναν.
- Χρειάζεσαι εμπιστοσύνη στον εαυτό σου για να τα καταφέρεις.
- Η εμπιστοσύνη στο δημόσιο σύστημα υγείας επηρεάζει τη συμμετοχή των πολιτών.
- Οι πελάτες έδειξαν εμπιστοσύνη στην ποιότητα του προϊόντος.