απελπισία
ουσιαστικόΈντονο συναισθηματικό κράτος απώλειας ελπίδας και πίστης σε πιθανή βελτίωση, συνοδευόμενο από βαριά θλίψη, απογοήτευση και συχνά αίσθημα αδυναμίας ή ματαίωσης των προσπαθειών για αλλαγή.
Συνώνυμα
απόγνωση απελπισμός αποκαρδίωση απογοήτευση κατάθλιψη αδιέξοδο θλίψη μελαγχολία αγωνία μαυρίλα πίκρα αθυμία αποθάρρυνση μάστιγα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απελπισία τη διακατείχε όταν έχασε τη δουλειά της.
- Μέσα στην απελπισία, προσπάθησε να επικοινωνήσει με όλους τους φίλους της.
- Η απελπισία των πολιτών φάνηκε στις φωνές τους.
- Του τηλεφώνησε με απελπισία, ζητώντας βοήθεια.
- Η γιατρός έδρασε γρήγορα, χωρίς να επιτρέψει στην απελπισία να επικρατήσει.