γαλήνη
ουσιαστικό1. Κατάσταση στην οποία ένα άτομο βιώνει εσωτερική ισορροπία και μειωμένη ψυχική ένταση, με έλλειψη άγχους και ανησυχίας.
2. Κατάσταση της θάλασσας ή του καιρού όπου απουσιάζουν ο άνεμος και οι κυματισμοί, με ομαλή και επίπεδη επιφάνεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ταραχή αναστάτωση αναταραχή οχλαγωγία φασαρία αναβρασμός ανησυχία θύελλα φουρτούνα καταιγίδα άγχος οργή διαταραχή θυμός δίνη διέγερση τρικυμία φρενίτιδα αδημονία κύμα λαίλαπα παροξυσμός στρόβιλος πανδαιμόνιο σάλος σοκ υστερία αγωνία θόρυβος μπουρίνι σύγχυση πανικός μπελάς πάθος νεύρο συναγερμός θλίψη πυρετός άνεμος σκηνή τρόμος εξέγερση βασανιστήριο εφιάλτης χαμός έρις βοή εκνευρισμός επιθετικότητα καημός νευρικότητα οδύνη σούσουρο αναμπουμπούλα άλγος έξαψη ανακατωσούρα βαβούρα βουή βόμβος διατάραξη οχλοβοή πάταγος σκυθρωπιά απογοήτευση σύννεφο ανασφάλεια βασανισμός κρότος πένθος μπουμ ερεθισμός πίκρα
Παραδείγματα χρήσης
- Η γαλήνη της θάλασσας με χαλάρωσε.
- Μετά την ένταση, βρήκε ξανά την γαλήνη του.
- Η γαλήνη του τοπίου ήταν σχεδόν απερίγραπτη.
- Η γαλήνη μετά την καταιγίδα έκανε τον αέρα καθαρότερο.
- Κάνει διαλογισμό για να διατηρήσει την γαλήνη του μυαλού.