απογοήτευση

ουσιαστικό

Αίσθημα δυσαρέσκειας και αποθάρρυνσης που προκύπτει όταν κάτι δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες ή όταν αποτυγχάνει η πραγμάτωση ενός αναμενόμενου αποτελέσματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ένιωσα μεγάλη απογοήτευση όταν χάσαμε τον αγώνα.
  • Η ανακοίνωση της απόφασης προκάλεσε απογοήτευση σε πολλούς εργαζόμενους.
  • Η απογοήτευση ήταν εμφανής στο πρόσωπο της φίλης μου.
  • Αντιμετώπισε την απογοήτευση ως ευκαιρία για μάθηση και βελτίωση.
  • Τι απογοήτευση!