απογοήτευση
ουσιαστικόΑίσθημα δυσαρέσκειας και αποθάρρυνσης που προκύπτει όταν κάτι δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες ή όταν αποτυγχάνει η πραγμάτωση ενός αναμενόμενου αποτελέσματος.
Συνώνυμα
ξενέρα αποθάρρυνση αποκαρδίωση απομυθοποίηση ματαίωση απόγνωση απελπισία άδειασμα δυσαρέσκεια απαισιοδοξία πίκρα φιάσκο ξεφτίλα λύπη θλίψη στενοχώρια μελαγχολία συντριβή αγανάκτηση κατάθλιψη αθυμία κατήφεια πικρία στεναχώρια συναίσθημα αίσθημα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωσα μεγάλη απογοήτευση όταν χάσαμε τον αγώνα.
- Η ανακοίνωση της απόφασης προκάλεσε απογοήτευση σε πολλούς εργαζόμενους.
- Η απογοήτευση ήταν εμφανής στο πρόσωπο της φίλης μου.
- Αντιμετώπισε την απογοήτευση ως ευκαιρία για μάθηση και βελτίωση.
- Τι απογοήτευση!