πένθος

ουσιαστικό

1. Βαθιά ψυχική κατάσταση θλίψης, πόνου και απώλειας που συνήθως προκαλείται από τον θάνατο ή τη σημαντική απώλεια προσώπου ή πράγματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το πένθος για την απώλεια της μάνας του ήταν βαθύ και σιωπηλό.
  • Κηρύχθηκε εθνικό πένθος μετά το πολύνεκρο ατύχημα.
  • Φορούσε μαύρα ρούχα ως ένδειξη του πένθους της.
  • Υπήρξε κοινό πένθος για το κλείσιμο του εργοστασίου που άφησε πολλούς χωρίς δουλειά.
  • Τα πένθη και οι τελετές τιμής διήρκεσαν εβδομάδες.