σκυθρωπιά

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ψυχικής διάθεσης χαρακτηριζόμενη από μουντή, θλιμμένη ή κακοδιάθετη διάθεση, με έλλειψη ζωντάνιας και διάθεσης για χαρά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η σκυθρωπιά ζωγραφιζόταν στο πρόσωπό του καθώς διάβαζε το γράμμα.
  • Η σκυθρωπιά του καιρού προμήνυε κακοκαιρία.
  • Μετά τον τσακωμό, η σκυθρωπιά ανάμεσά τους ήταν εμφανής.
  • Δεν μπορούσε να κρύψει τη σκυθρωπιά του παρά τη χαρούμενη παρέα.
  • Στο θέατρο, η σκυθρωπιά του σκηνικού τόνιζε τη μελαγχολία του έργου.