ξεγνοιασιά
ουσιαστικόΚατάσταση ψυχικής ηρεμίας και απουσίας ανησυχιών, κατά την οποία το άτομο νιώθει ελαφρότητα, ξεκούραση και ελευθερία από καθημερινές υποχρεώσεις ή προβλήματα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Απολάμβανε την ξεγνοιασιά του καλοκαιριού στην παραλία.
- Η απότομη επιστροφή στην πόλη του στέρησε την ξεγνοιασιά που είχε νιώσει στις διακοπές.
- Τα παιδιά έτρεχαν στο πάρκο γεμάτα γέλια και ξεγνοιασιά.
- Η μικρή ξεγνοιασιά πριν από τις εξετάσεις τελείωσε γρήγορα.
- Ζήλευα τη ξεγνοιασιά των γονιών μου όταν ήμουν παιδί.