ευδαιμονία
ουσιαστικό1. Κατάσταση βαθιάς και διαρκούς ευημερίας και εσωτερικής πληρότητας, κατά την οποία ένα άτομο βιώνει προσωπική ολοκλήρωση, ψυχική γαλήνη και αίσθημα νοήματος στη ζωή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ευδαιμονία για τον φιλόσοφο σήμαινε την ολοκλήρωση του ανθρώπου.
- Αναζητούσε την ευδαιμονία στις μικρές καθημερινές χαρές.
- Η ηρεμία της φύσης του πρόσφερε μια ανεπαίσθητη ευδαιμονία.
- Μίλησαν για την έννοια της ευδαιμονίας στο σεμινάριο ηθικής.
- Μετά από χρόνια δουλειάς, ένιωσε μια γαλήνια ευδαιμονία.