χαλάρωση

ουσιαστικό

1. Κατάσταση μειωμένης φυσικής ή ψυχικής έντασης, με αίσθηση άνεσης, αποφόρτισης και απελευθέρωσης από το στρες.

2. Μείωση αυστηρότητας, περιορισμών ή ελέγχου σε κανόνες, μέτρα ή απαιτήσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η χαλάρωση μετά τη γυμναστική είναι απαραίτητη.
  • Κάνω ασκήσεις αναπνοής για χαλάρωση όταν νιώθω άγχος.
  • Η κυβέρνηση ανακοίνωσε χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων.
  • Η απότομη χαλάρωση των μυών προκάλεσε πτώση.
  • Η χαλάρωση της έντασης στη συζήτηση βοήθησε να βρεθεί λύση.