βασανισμός
ουσιαστικό1. Πράξη ή σειρά πράξεων που επιφέρουν σωματικό ή ψυχικό πόνο, συνήθως με σκοπό την εξαναγκαστική συμμόρφωση, την τιμωρία ή την απόσπαση πληροφοριών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο βασανισμός απαγορεύεται από το διεθνές δίκαιο.
- Ο βασανισμός των πολιτικών κρατουμένων καταγράφηκε στην έκθεση.
- Ο βασανισμός τεκμηριώθηκε σε πολλές περιπτώσεις από την ερευνητική ομάδα.
- Για εκείνη ο χωρισμός ήταν βασανισμός που δεν περνούσε.
- Ο βασανισμός της συνείδησης τον κράτησε άυπνο επί μέρες.