απροκάλυπτος

επίθετο

1. Που εκδηλώνεται ανοιχτά και χωρίς προσπάθεια απόκρυψης ή κάλυψης, με ευθύ και δημόσιο τρόπο.

2. Που εκφράζει συμπεριφορά ή λόγο χωρίς αιδώ ή αυτοσυγκράτηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι διαρροές απέδειξαν το απροκάλυπτο ψέμα της εταιρείας.
  • Η κριτική της ήταν απροκάλυπτη και χωρίς ίχνος ευγένειας.
  • Κατά τη συνάντηση δέχτηκαν απροκάλυπτες απειλές.
  • Ο δημοσιογράφος έκανε μια απροκάλυπτη προσπάθεια να χειραγωγήσει την κοινή γνώμη.
  • Η συμπεριφορά του ήταν απροκάλυπτα αγενής.