λιτός
επίθετο1. Που χαρακτηρίζεται από έλλειψη στολιδιών ή περιττών διακοσμήσεων, με περιορισμένες λεπτομέρειες και απουσία πολυτέλειας.
2. Που εκφράζει εγκράτεια ή μετριοπάθεια στη ζωή, στη συμπεριφορά ή στον τρόπο διαβίωσης, χωρίς υπερβολές.
Συνώνυμα
απλός σύντομος λακωνικός σπαρτιατικός σεμνός αυστηρός μινιμαλιστικός φειδωλός πενιχρός συγκρατημένος οικονομικός ανεπιτήδευτος απογυμνωμένος απλοϊκός περιορισμένος ελάχιστος κομψός μετριόφρων ψιλός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σπίτι ήταν λιτό, χωρίς περιττά στολίδια.
- Η διακόσμηση του γραφείου ήταν λιτή και λειτουργική.
- Ο τρόπος ζωής τους είναι λιτός και χωρίς πολυτέλειες.
- Σερβίρισαν ένα λιτό γεύμα στους καλεσμένους.
- Οι κανόνες της ομάδας είναι λιτοί και ξεκάθαροι.