ζωηρός
επίθετο1. Που έχει έντονη ζωντάνια και ενεργητικότητα στην κίνηση, στη συμπεριφορά ή στη διάθεση.
2. Που παρουσιάζει έντονο, λαμπερό ή ζωντανό χρώμα, τόνο ή ύφος.
Συνώνυμα
ζωντανός δραστήριος ενεργητικός ενθουσιώδης σπιρτόζος σβέλτος σφριγηλός δυναμικός αναζωογονημένος παιχνιδιάρης σπινθηροβόλος λαμπερός έντονος ζωτικός δυνατός ευδιάθετος κεφάτος ορμητικός χαρωπός ενθουσιασμένος υγιής ακμαίος αναζωογονητικός γλεντζές ευκίνητος εύρωστος νεανικός ορεξάτος πρόσχαρος εύθυμος κινούμενος
Αντώνυμα
νωθρός άτονος ήσυχος ληθαργικός απαθής αδρανής ανενεργός υποτονικός βαρετός ανιαρός ασθενικός αχνός γκρίζος καταβεβλημένος καταθλιπτικός μελαγχολικός μουντός κουρασμένος λιώμα άχρωμος αμυδρός αναιμικός εξασθενημένος εξουθενωμένος ερημωμένος ζοφερός κατάκοπος κατσουφιασμένος ξεθεωμένος σκυθρωπός ψυχρός βαρύς άψυχος αδύναμος συγκρατημένος συντετριμμένος νεκρός λυπηρός αναίσθητος ηρεμικός καταπονημένος μουδιασμένος μουτρωμένος πένθιμος σκασμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Το παιδί είναι ζωηρό και δεν σταματά να τρέχει.
- Η ζωηρή συζήτηση κράτησε πάνω από δύο ώρες.
- Το ζωηρό κόκκινο χρώμα τράβηξε τα βλέμματα.
- Οι ζωηροί ρυθμοί της μουσικής μας ξύπνησαν.
- Τα ζωηρά μάτια του γάτου κοιτούσαν με περιέργεια.