φειδωλός
επίθετο1. Που χρησιμοποιεί ή διαθέτει πόρους (χρήματα, υλικά, χρόνο κ.ά.) με προσοχή και οικονομία, αποφεύγοντας τη σπατάλη.
2. Που επιδεικνύει περιορισμένη διάθεση για παροχή ή αφθονία σε πράξεις, λόγια ή εκδηλώσεις, παρουσιάζοντας μετρημένη συμπεριφορά.
Συνώνυμα
τσιγκούνης φιλάργυρος σφιχτός οικονομικός μετρημένος λιτός ολιγαρκής στεγνός σφιχτοχέρης μίζερος συγκρατημένος λακωνικός συντηρητικός
Αντώνυμα
γενναιόδωρος σπάταλος απλόχερος ανοιχτοχέρης σπαταλητικός πληθωρικός μεγαλοψυχός αφειδής δαπανηρός υπερβολικός πλουσιοπάροχος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φειδωλός επιχειρηματίας απέφυγε τις σπατάλες και αποταμίευσε χρήματα.
- Η φειδωλή νοικοκυρά χρησιμοποιεί τα υλικά με σύνεση.
- Ήταν φειδωλός στα λόγια, αλλά οι πράξεις του μίλησαν δυνατά.
- Το δείπνο ήταν φειδωλό, με λίγα μόνο πιάτα στο τραπέζι.
- Ο καθηγητής ήταν φειδωλός στους επαίνους, δίνοντας σχόλια μόνο όταν ήταν απαραίτητο.