μετριόφρων
επίθετο1. Που επιδεικνύει συγκρατημένη συμπεριφορά και αποφεύγει την προβολή ή την αυτοπροβολή των ικανοτήτων ή των επιτευγμάτων του.
2. Που παρουσιάζει χαμηλούς τόνους στην περιγραφή του εαυτού του και δεν διεκδικεί υπερβολική αναγνώριση.
Συνώνυμα
ταπεινός σεμνός ταπεινόφρων διακριτικός συγκρατημένος προσγειωμένος συνεσταλμένος χαμηλός μετριοπαθής λιτός απέριττος ευπρεπής
Αντώνυμα
αλαζονικός υπερόπτης αλαζόνας υπεροπτικός εγωιστικός εγωκεντρικός φαντασμένος επιδεικτικός πομπώδης βαρύγδουπος υπερφίαλος ψώνιος εξυπνάκιας υπερήφανος περήφανος αυθάδης εγωιστής μάταιος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μετριόφρων καθηγητής απέδωσε την επιτυχία στην ομάδα του.
- Παρά τη δόξα, ο ηθοποιός παρέμεινε μετριόφρων στις δηλώσεις του.
- Ο μετριόφρων πολιτικός πρότεινε σταδιακές, όχι ριζικές, αλλαγές.
- Σε συζητήσεις για τα επιτεύγματά του, έδειχνε πάντα μετριόφρων στάση.
- Ο μετριόφρων τρόπος ζωής του αντικατοπτρίζει την αποφυγή υπερβολών.