εγκρατής
επίθετο1. Που διαθέτει αυτοέλεγχο και ικανότητα αυτοσυγκράτησης απέναντι σε παρορμήσεις, πάθη ή έντονες επιθυμίες.
2. Που τηρεί μέτρο στις συνήθειες ή στη συμπεριφορά, αποφεύγοντας την υπερβολή σε πράξεις, κατανάλωση ή δαπάνες.
Συνώνυμα
συγκρατημένος μετρημένος αυτοελεγχόμενος νηφάλιος σωφρονεμένος σώφρων ψύχραιμος ελεγχόμενος φρόνιμος σεμνός μετριοπαθής ασκητικός προσεκτικός ηθικός
Αντώνυμα
ασυγκράτητος αχαλίνωτος ανεξέλεγκτος παρορμητικός απερίσκεπτος ξεσαλωμένος υπερβολικός αισθησιακός άσωτος ακόλαστος επιπόλαιος παθιασμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εγκρατής άνδρας αρνήθηκε το ποτό στο δείπνο.
- Ο εγκρατής τρόπος του διαχειριστή απέτρεψε τις υπερβολές στη δαπάνη.
- Παρά τις προκλήσεις, ο διευθυντής παρέμεινε εγκρατής στις δηλώσεις του.
- Στην ηθική θεολογία, ο εγκρατής θεωρείται αυτός που ασκεί σεμνότητα και αυτοέλεγχο.
- Ο εγκρατής θεατής χειροκρότησε ήρεμα χωρίς να φωνάξει.