αισιόδοξος
επίθετο1. Που έχει την τάση να αναμένει ευνοϊκή έκβαση σε μελλοντικά γεγονότα ή καταστάσεις.
2. Που αντιμετωπίζει δυσκολίες και αβεβαιότητες με προσδοκία καλής έκβασης.
Συνώνυμα
οπτιμιστικός οπτιμιστής θετικός ελπιδοφόρος ευμενής ευδιάθετος χαρωπός χαρούμενος ευτυχισμένος πρόσχαρος
Αντώνυμα
απαισιόδοξος πεσιμιστικός πεσιμιστής απελπισμένος αποκαρδιωμένος αρνητικός μελαγχολικός σκυθρωπός μίζερος απογοητευμένος σκεπτικός συντετριμμένος λυπηρός θλιβερός τραγικός ζοφερός καταρρακωμένος μακάβριος καταθλιπτικός αβέβαιος συγκρατημένος διστακτικός ανήσυχος δυστυχής θλιμμένος πικραμένος δυστυχισμένος κατσουφιασμένος μουτρωμένος πένθιμος
Παραδείγματα χρήσης
- Είμαι αισιόδοξος για το μέλλον της ομάδας.
- Η αισιόδοξη μαθήτρια προετοιμάζεται καθημερινά για τις εξετάσεις.
- Οι αισιόδοξοι αναλυτές προβλέπουν ανάκαμψη της οικονομίας τους επόμενους μήνες.
- Μην είσαι αισιόδοξος χωρίς σχέδιο, χρειάζεται και προετοιμασία.
- Παρά τις δυσκολίες, η ομάδα παρέμεινε αισιόδοξη.