περιορισμένος
επίθετο1. Που έχει μικρή ή πεπερασμένη έκταση, ποσότητα, διάρκεια ή βαθμό σε σχέση με το αναμενόμενο ή το επιθυμητό.
2. Που υπόκειται σε κανόνες, όρια ή συνθήκες που περιορίζουν τις δυνατότητες, την πρόσβαση ή τη λειτουργία.
Συνώνυμα
πεπερασμένος οριοθετημένος περιοριστικός ελάχιστος λιγοστός φτωχός σφιχτός ασφυκτικός μειωμένος κλειστός μικρόψυχος δεσμευμένος ελεγχόμενος λίγος λιγότερος στενός μικρός συγκρατημένος ρηχός αποκλεισμένος δέσμιος εγκλωβισμένος λιτός φυλακισμένος χαμηλός έγκλειστος αποσπασματικός βραχύς ελλειμματικός ολίγος στενό
Αντώνυμα
απεριόριστος ανοιχτόμυαλος άπειρος διαδεδομένος καθολικός αμέτρητος ασύλληπτος ολοκληρωτικός αχανής απέραντος ευρύς εκτεταμένος άφθονος πλούσιος ανοιχτός ελεύθερος ανεξάντλητος εκτενής απαλλαγμένος απελευθερωμένος κολοσσιαίος υπερβολικός απόλυτος μαζικός αέναος ανεξέλεγκτος απεγκλωβισμένος ευρύχωρος οικουμενικός πληθωρικός υπερμεγέθης μεγάλος ολικός πολύς μακρύς βασικός αδάμαστος καταιγιστικός μνημειώδης
Παραδείγματα χρήσης
- Οι πόροι είναι περιορισμένοι, γι' αυτό πρέπει να τους διαχειριστούμε προσεκτικά.
- Ο ασθενής έχει περιορισμένη κινητικότητα μετά το χειρουργείο.
- Το ωράριο λειτουργίας του μουσείου είναι περιορισμένο τους χειμερινούς μήνες.
- Η άδεια κυκλοφορίας είναι περιορισμένη σε συγκεκριμένες ζώνες του κέντρου.
- Οι δυνατότητες του προγράμματος είναι περιορισμένες σε σχέση με την προηγούμενη έκδοση.