ανοικτός
επίθετο1. Που δεν είναι κλειστό και επιτρέπει είσοδο ή πέρασμα, όπως πόρτα, παράθυρο ή χώρος.
2. Που βρίσκεται σε κατάσταση λειτουργίας ή δέχεται κοινό, χρήση ή συναλλαγές (για καταστήματα, υπηρεσίες, εγκαταστάσεις).
Συνώνυμα
ανοιχτός ανοιγμένος δεκτικός ειλικρινής προσβάσιμος διαθέσιμος ξεκλειδωμένος απασφαλισμένος ανοιχτόμυαλος διαφανής φανερός ξεκάθαρος ελεύθερος ανεμπόδιστος δημόσιος εκτεθειμένος ακάλυπτος απεριόριστος
Αντώνυμα
κλειστός κλειδωμένος κλειστόμυαλος αδιαφανής σφραγισμένος αποκλεισμένος απρόσιτος απροσπέλαστος επιφυλακτικός μυστικός κρυφός απαγορευμένος κατειλημμένος απαγορευτικό αυταρχικός συγκρατημένος στεγανός προδιαγεγραμμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Η πόρτα είναι ανοικτή.
- Το κατάστημα θα παραμείνει ανοικτό μέχρι τις εννέα.
- Είναι ανοικτός σε νέες ιδέες και προτάσεις.
- Η συζήτηση είναι ανοικτή για όποιον θέλει να συμμετάσχει.
- Το θέμα παραμένει ανοικτό και θα το συζητήσουμε αύριο.