χαμηλόφωνος
επίθετοΠου μιλά ή εκφράζεται με χαμηλή ένταση, χωρίς δυνατή φωνή ή έντονο τόνο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο χαμηλόφωνος τρόπος του έκανε την αίθουσα να ησυχάσει.
- Μίλησε χαμηλόφωνα για να μην τον ακούσουν οι άλλοι.
- Είναι ένας χαμηλόφωνος άνθρωπος και αποφεύγει τις εντάσεις.
- Η συζήτηση κράτησε χαμηλόφωνο τόνο, χωρίς φωνές και αντιπαραθέσεις.
- Το τραγούδι είχε χαμηλόφωνη ερμηνεία και ήρεμη ατμόσφαιρα.