κλειστός

επίθετο

1. Που δεν είναι ανοιχτό ή έχει κλείσει, έτσι ώστε να μην επιτρέπει την είσοδο, τη διέλευση ή το άνοιγμα ενός χώρου ή αντικειμένου.

2. Που είναι σφραγισμένο ή αδιαπέραστο, ώστε να μην επιτρέπει τη διαφυγή ή την εισροή ουσιών, ρευστών ή αερίων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το μαγαζί είναι κλειστό σήμερα.
  • Η τράπεζα είναι κλειστή κάθε Σάββατο.
  • Η πόρτα είναι κλειστή και δεν την ανοίγω.
  • Είναι κλειστός άνθρωπος και δεν μιλάει πολύ.
  • Η συνεδρία ήταν κλειστή για το κοινό.