κλειστός
επίθετο1. Που δεν είναι ανοιχτό ή έχει κλείσει, έτσι ώστε να μην επιτρέπει την είσοδο, τη διέλευση ή το άνοιγμα ενός χώρου ή αντικειμένου.
2. Που είναι σφραγισμένο ή αδιαπέραστο, ώστε να μην επιτρέπει τη διαφυγή ή την εισροή ουσιών, ρευστών ή αερίων.
Συνώνυμα
κεκλεισμένος μυστικοπαθής κλειδωμένος σφραγισμένος σφραγιστός ασφαλισμένος ιδιωτικός αποκλειστικός μυστικός εσωστρεφής απόμακρος περιορισμένος προγραμματισμένος αποκλεισμένος απομονωμένος κρυφός συνεσταλμένος σιωπηλός στεγανός αδιαπέραστος απόρθητος ανενεργός ψυχρός αδιαφανής μοναχικός συγκρατημένος αμίλητος απροσπέλαστος στενόμυαλος σφιγμένος απόρρητος μαζεμένος
Αντώνυμα
ανοιχτός ανοικτός ανοιχτόμυαλος γλεντζές διαχυτικός εκδηλωτικός πρόσχαρος ξεκλείδωτος προσβάσιμος δημόσιος εξωστρεφής διαφανής προσιτός ενεργός αποσφραγισμένος διαθέσιμος ανοιχτόκαρδος ύπαιθρος δεκτικός ευρύχωρος ελεύθερος εκτεθειμένος διαπερατός κοινωνικός κοινόχρηστος προσπελάσιμος φιλόξενος
Παραδείγματα χρήσης
- Το μαγαζί είναι κλειστό σήμερα.
- Η τράπεζα είναι κλειστή κάθε Σάββατο.
- Η πόρτα είναι κλειστή και δεν την ανοίγω.
- Είναι κλειστός άνθρωπος και δεν μιλάει πολύ.
- Η συνεδρία ήταν κλειστή για το κοινό.