αισθησιακός
επίθετο1. Που σχετίζεται με τις αισθήσεις ή ενεργοποιεί την αισθητηριακή αντίληψη.
2. Που προκαλεί ευχαρίστηση ή απόλαυση μέσω των αισθήσεων, ιδιαίτερα του οράματος, της ακοής, της όσφρησης, της γεύσης ή της αφής.
Συνώνυμα
αισθητηριακός σεξουαλικός σέξι ερωτικός σαγηνευτικός λαγνικός σαρκικός ηδονικός ηδονιστικός προκλητικός πειραστικός παθιαστικός ελκυστικός γοητευτικός καυτός απολαυστικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αισθησιακή κίνηση του χορευτή συγκίνησε το κοινό.
- Το αισθησιακό άρωμα γέμισε το δωμάτιο.
- Η αισθησιακή αντίληψη των υφών είναι σημαντική στην τέχνη.
- Οι αισθησιακές νότες του πιάνου έδωσαν ζεστασιά στη μελωδία.
- Ο αισθησιακός τόνος του ποιήματος υπονοούσε έντονα συναισθήματα.